22 Οκτωβρίου 2016
Μή φλιέστι ντίπ
![]() |
Δικαετία του '70 σ' ένα χουργιό απ' τα Γριβινά. Σν πλατεία απ' του χουργιό μαζώθκαν οι μάνις να ξιπρουβουδίσν τα πιδγιά που θα πααίν[ν] στου Γριβινό για του γυμνάσιου, μιτά απ' τς γιουρτές τς πασκαλιάς.
Μπρουστά στα πουδάργια απ' τα πιδγιά είνι κτχιά, τρουβάδις κι κλειδουπίνακα γιουμάτα φαγουλάτα.
Ξαφνικά ακούιτι βαζούρα κι φαίνιτι του λιουφουρείου να έρχιτι απου πέρα απ' τ' άλλου του χουργιό που είχι πάει να φουρτώσ' αρχύτιρα.
«Δλιά απ' βγάν΄ δικάρις παίνισέ μι», του Νάση Αλευρά
- Δέν τα κάμνου χάζ΄ ιγώ
τα «Ζήτου!» κι τα «Μπράβου!». Ιγώ χαλέβου να γλέπου καμιά προυκουπή κι τότις να
σι πινέσου. Μι σιουρδίτ΄κα χουριό δέ γιένιτι, ούδι χαΐρ΄ κι
προυκουπή γλέπς...
- Άκσι, να σι πώ: άμα
δέν ήταν κι οι σιούρδ΄, δέν τα φαίνουνταν οι γνουσ΄κοί...
- Τώρα ουμίλ΄τσις καλά κι
μακάρ΄ να σι δώσ΄ φώτισ΄ ου θός, να βάλτς κι’ ισύ μπυαλό. Αμήν!
«Ου Βαγγέλτς ου σαλπιγκτής», του Λάζου Κουζιάκη
Είιδιν κι απούιδιν απ’ δέ γένουνταν τίπουτα, σ΄κώθκιν κι πάει σν αξαδέρφη τς, ‘ν Τσιάτσια. Ξακουσμέν΄ προυξιν.τού: είχιν αρραβουνιάσ΄ κι παντρέψ΄ τη μσή τ’ Σκΐρκα.
Τάπαν τί είχαν να πούν κι απτικείν΄ ‘ν ώρα ανάλαβιν η Τσιάτσια να αρραβουνιάσ΄ του Βαγγέλ΄, ή μι του καλό, ή μι του ζόρ΄. Καταφιρτζού ήταν: έφκιασιν τόσις κι τόσις προυξινιές. Στουν αμψιό τς χανα σκουντάψ΄;
Τάπαν τί είχαν να πούν κι απτικείν΄ ‘ν ώρα ανάλαβιν η Τσιάτσια να αρραβουνιάσ΄ του Βαγγέλ΄, ή μι του καλό, ή μι του ζόρ΄. Καταφιρτζού ήταν: έφκιασιν τόσις κι τόσις προυξινιές. Στουν αμψιό τς χανα σκουντάψ΄;
22 Ιουλίου 2016
«Ου τρύγους», του Λάζου Κουζιάκη
Ήρθιν ου Αύγουστους, σώθκαν κι τ’ αλώνια, ιέμασιν ου κόσμους τα γιννήματα κι άμα τσάκσιν λίγου η ζέστα, χίρσαν στ’ αμπέλια να παρδαλίζν τα σταφύλια.
Οι ντραγαταίοι ταίριασαν τς καλύβις κι τς φλάχτρις στα ψηλότιρα τα δέντρα, να μπουρούν να γλέπν όσου μακρύτιρα γένιτι. Ανάρια τα κούτσουρα μ΄ ασπρούσ΄κις μέσ’ στ’ αμπέλια, να μην τα σ΄μαδέβ΄ εύκουλα ου κλέφτς....................
03 Ιουλίου 2016
«Ιγώ ποιός είμι;», της Άννας Ρεπανά
Ου Νάννους κι ου Κουκόλτς ήταν γειτόν΄ κι φίλ΄ καλοί. Αμα ήταν ψίχα μιρακλήδις σην κούπα κι στου ξινύχτ΄: πάσα βραδά τς μκρές τς ώρις γυρνούσαν στα σπίτια τς κι όλου μιτζμέν΄!
Μι τς φουνές κι τα τραγούδια τς ξισιούκουναν του μαχαλά, ανταριάζουνταν οι νοικουκυραίοι, ξυπνούσαν οι μπάμπις κι οι πάππ΄, λαχταρνούσαν τα μκρά κι χιρνούσαν να κλαίν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








