Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοζανιτολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοζανιτολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21 Ιουλίου 2019

Η οξεία, ο τόνος και το Κοζανιτολόγιο

Η προβληματική δήλωση του τόνου ανήκει στις μεγάλες εκκρεμότητες της γλωσσικής πολιτικής του νεοελληνικού κράτους, οπου ουσιαστικά δέ δικαιούμαστε να μιλάμε για γλωσσική ή ορθογραφική «πολιτική», παρα μόνο για γλωσσικές ή ορθογραφικές «πρακτικές».

Σε ορθολογικά πλαίσια ένα κράτος για τέτοιου είδους ζητήματα εφαρμόζει μια πολιτική, δηλαδή ακολουθεί πρακτικές που διέπονται απο τους κατάλληλους κανόνες, αλλα δυστυχώς για τους πολίτες του νεοελληνικού κράτους δέν ακολουθείται κάποιο θεωρητικό πλαίσιο και οι γλωσσικές και ορθογραφικές επιλογές του επίσημου κράτους είναι λίγο-πολύ ευκαιριακές.

21 Νοεμβρίου 2016

Τρία κοζανίτικα κείμενα του Γιάννη Βανίδη


Στις 13 Φεβρουαρίου 2015 δημοσιεύτηκαν στο Κοζανιτολόγιο τρία επεξεργασμένα κείμενα του Γιάννη Βανίδη:

[1] Η γκουρτσιά, [2] Αγγλογερμανικά & [3] Η αρμιά.

Τα κείμενα είναι γραμμένα στο ιδίωμα της πόλης της Κοζάνης και την επεξεργασία τους επιμελήθηκε για το Κοζανιτολόγιο ο διαχειριστής, Χριστόδουλος Χριστοδούλου.

Δέκα κοζανίτικα κείμενα του Δημήτρη Βούρκα

02 Ιουλίου 2016

Κουζιανιώτ΄κα κρασιά


Με αφορμή ένα πόστ στον προσωπικό λογαριασμό του Γιάννη Βανίδη στο Facebook, το Κοζανιτολόγιο ασχολείται με τις ονομασίες των κοζανίτικων κρασιών.


17 Μαρτίου 2016

«Η ιξουστρέφεια», του Δημήτρη Βούρκα


Όταν πάινα στου σκουλειό, σάματ΄ μ΄ άφηνις να διαβάζου στου σπίτ΄! Όλου στ’ Βαν.τσιόστρατα κι στ’ Γκουμπλιτσιόστρατα μι πάινις για γλύκα. Θυμάσι ικείν΄ τηλ΄μέρα π’ τσάκουσιν μιά τρανή βρουχή κι γίνγκα μπλιόντα κι οι λάσπις έφταναν ώς τα φτιά μ’ κι δέν ήταν λάσπις αυτές, ήταν άσπρους πηλός κι ακουλνούσιν ου άτιμους... Τί να σι πώ! Τότι ήταν πόφαγα κι του μπιρντάχ΄ κι του θυμούμι ακόμα!


22 Ιανουαρίου 2016

«Η αρμιά», του Γιάννη Βανίδη


Του χαμπάρ΄ έπισιν σά ντουβουρλίνγκα στου τζιαντέ: δέν τανάχουμι αρμιά!

- Γιατί, ρα;

- Ιά, δέν έβαλαν πουλλά γκαρμπουλάχανα οι Βαν’τσιώτ΄δις, δέ βάν’ν αρμιά στς πουλυκατοικίις, γιατι βρουμάει.

28 Μαΐου 2015

«Μπαλίτ΄κα κι σιουρδίτ΄κα (Ι)», του Δημήτρη Βούρκα


Ιπρουψές βρίσκου τουν Καλιάκου (είχα πουλύν κιρό να τουν ιδώ). Ου Καλιάκους είνι κι ψίχα σόι μ’· είχιν σαργκί μι ζαρζαβάτια στου Μισκιάθκου (στου παζάρ΄, απούταν σκιπασμένου μι τζίγκ΄ κι αρά κι πού είχιν για χουρίσματα μακαβάδις). έπιζιν κι ψίχα μπάλα (σν Ιλπίδα) αντάμα μι τουν Λάζου τουν Καλώτα (προυτού ου Λάζους πααίν΄ στουν Μακιδουνικό).

«Μπαλίτ΄κα κι σιουρδίτ΄κα (ΙΙ)», του Δημήτρη Βούρκα

Δέν πρόφτασα να δρασκιλήσου του σκαλουπάτ΄ απου ‘ν καφιτέρια (δέ γίνγκα μουκαέτς να ρουτήσου πώς τ’ λέν στα ιλληνικά), κι μι γραπατσών΄ απ’ του μανίκ΄ ου Χαρσούλτς τς Τσικότινας:



«Μπαλίτ΄κα κι σιουρδίτ΄κα (ΙΙΙ)», του Δημήτρη Βούρκα


Δέν πρόφτασα να σιβώ σήμιρα του μισ΄μέρ΄ στου σπίτ΄ κι νά του τηλέφουνου («ντρίιιιιν»). Του σ΄κώνου κι απ’ ‘ν άλλ΄ τ’ μιρά ου Καλιάκους:


- Πού είσι, ρα; Έφαγα όλ΄ ‘ν Κόζιαν΄ να σι βρώ!



«Μπαλίτ΄κα κι σιουρδίτ΄κα (ΙV)», του Δημήτρη Βούρκα

Ντρίιιν! το τηλέφωνο.
- Ποιός είναι παρακαλώ;;
- Ποιός άλλους να είνι, αρα; Ιγώ είμι!
- Καλά, ισύ είσι, αλλά ποιός είσι;
- Άιντι-άιντι! Τόχς γιρά χαμένου μι φαίνιτι!
- Καλά, ιγώ τόχου γιρά χαμένου κι τόχου από κιρόν: ισύ πέ-μι ποιός είσι!

26 Μαΐου 2015

«Ου απόιρας», του Δημήτρη Βούρκα

Ήταν Μάης (πρώτις μέρις), του ‘51. Ήθιλάμι καμιάν ώρα ακόμα για να σκουλάσουμι (έκτ΄ απ’ του δημουτικό, στου Πρώτου). Ου χαβάς απ’ τ’ χαραή ήταν μπουτζουμένους (του σύννιφου τ’ Γκαντιά γιουμάτου): τ’ βρουχή δέν τα τ’ γλίτουνάμι, αλλά δέν καρτιρούσαμι να γέν΄ κι κατακλυσμός!

Σν αρχή χιρνάει να ρίχν΄ μιά σιαρσιάρου, σιγά-σιγά πλακών’ν κάτ΄ μαύρα σύννιφα, πόφκιασαν τηλ΄μέρα νύχτα κι νά κι οι αστραπές να σκίζν τουν ουρανό κι να φκιάν’ν τ’ νύχτα μέρα κι απ’ τς ουπίσ’ οι μπουμπουν’τσταρές να ταράζν του σκουλειό.

«Άλλους για του νόμπιλ», του Δημήτρη Βούρκα


Σήμιρα του μισ΄μέρ΄ πήρα καμιάφρα ‘ν απόφασ΄ να πααίνου μια τρανή βόλτα. Η γιατρίνα μ΄ είπιν να πιρπατώ πουλύ κι να γυμνάζουμι, γιατί μι βρήκιν, λέει, ψίχα παραπάν’ ζάχαρ΄ στου γαίμα.

- Έμ, τόσις μαρμιλάδις κι τόσα γλυκά απ’ πραχαλνάς, τί καρτιρούσις; μι λέει η γυναίκα μ’. Καμιά προυκουπή; Πέντι-πέντι τς πραχαλνάς τς ζ΄ματσ’τοί! Γι’ αυτά κι γι’ αυτά πήρα κι ιγώ ‘ν απόφασ΄.



«Ου Νιάκους κι οι φουτουγραφίις», του Δημήτρη Βούρκα


- Τί φκιάν’τς αυτού, ρα Καλίτσια;

- Τί να φκιάσου! Ιά! δέν γλέπς; Διαβάζου γιατιαφνούς π’ πέθαναν.

- Γιατί; Τα πααίν’τς σην κηδεία τς;

- Όχ΄, αρά! Διαβάζου μήν έβαλαν κι του θκό μ’...

«Του χιόν΄ κι τα χειμουνιάτ΄κα», του Δημήτρη Βούρκα

Κατέβινα, απ’ λέτι, ‘ν Παύλου τ’ Μιλά μι προυσουχή (να μή φάου κι τα μούτσιανα μ’ απου καμιά γκλίστρα κι μ΄ ιρθεί ου ουρανός σφουντύλ΄ ή να τσακίσου κι κάνα χέρ΄ ή κάνα πουδάρ΄). Στς Καρές είπα να πιράσου άντικρα (τί μ΄ ήρθιν κι ιμένα, καλά πάινα απτικείν΄ τ’ μιρά), φτάνου στ’ μέσ΄ απ’ του δρόμου κι γλέπου ένα αυτουκίνητου να έρχιτι ίσια ουπανουθό μ’! Φρινάρσιν κι γκλιστρούντας έφτασιν δέκα πόντ΄ απτιμένα!

«Ένας αρβανίκους σην πλατέα», του Δημήτρη Βούρκα


Έσκαψιν ου νοικουκύρς, λιέει του έργου, του πάτουμα που ήταν χώμα, για να του φκιάσ΄ μι σανίδια κι βρήκαν οι αργάτδις ένα ρουμαϊκό λουτρό, πλακών’ν όλ΄ οι ανιφθυνουϋπεύθυν΄ κι αραδούσαν να βρούν τί τα φκιάσν μι του λουτρό κι ου κιρός πιρνούσιν κι ου φουκαράς ου νοικουκύρς τραβούσιν τα μαλλιά τ’ μι του κακό π’ τουν βρήκιν κι δέ μπουρούσιν να φκιάσ΄ του πάτουμα, να πααίν΄ να κάτσ΄ στου σπίτι τ’.