Όταν πάινα στου σκουλειό, σάματ΄ μ΄ άφηνις να διαβάζου στου σπίτ΄! Όλου στ’ Βαν.τσιόστρατα κι στ’ Γκουμπλιτσιόστρατα μι πάινις για γλύκα. Θυμάσι ικείν΄ τηλ΄μέρα π’ τσάκουσιν μιά τρανή βρουχή κι γίνγκα μπλιόντα κι οι λάσπις έφταναν ώς τα φτιά μ’ κι δέν ήταν λάσπις αυτές, ήταν άσπρους πηλός κι ακουλνούσιν ου άτιμους... Τί να σι πώ! Τότι ήταν πόφαγα κι του μπιρντάχ΄ κι του θυμούμι ακόμα!
Δέν πρόφτασα να δρασκιλήσου του σκαλουπάτ΄ απου
‘ν καφιτέρια (δέ γίνγκα μουκαέτς να ρουτήσου πώς τ’ λέν στα ιλληνικά), κι μι γραπατσών΄ απ’ του μανίκ΄ ου Χαρσούλτς τς Τσικότινας:
Ήταν Μάης (πρώτις μέρις), του
‘51. Ήθιλάμι καμιάν ώρα ακόμα για να σκουλάσουμι (έκτ΄ απ’ του δημουτικό, στου
Πρώτου). Ου χαβάς απ’ τ’ χαραή ήταν μπουτζουμένους (του σύννιφου τ’ Γκαντιά γιουμάτου): τ’ βρουχή δέν τα τ’ γλίτουνάμι, αλλά δέν
καρτιρούσαμι να γέν΄ κι κατακλυσμός!
Σν αρχή χιρνάει να ρίχν΄ μιά
σιαρσιάρου, σιγά-σιγά πλακών’ν κάτ΄ μαύρα σύννιφα, πόφκιασαν τηλ΄μέρα νύχτα κι
νά κι οι αστραπές να σκίζν τουν ουρανό κι να φκιάν’ν τ’ νύχτα μέρα κι απ’ τς
ουπίσ’ οι μπουμπουν’τσταρές να ταράζν του σκουλειό.
Σήμιρα του μισ΄μέρ΄ πήρα καμιάφρα ‘ν απόφασ΄ να πααίνου μια τρανή βόλτα. Η γιατρίνα μ΄ είπιν να πιρπατώ πουλύ κι να γυμνάζουμι, γιατί μι βρήκιν, λέει, ψίχα παραπάν’ ζάχαρ΄ στου γαίμα. - Έμ, τόσις μαρμιλάδις κι τόσα γλυκά απ’ πραχαλνάς, τί καρτιρούσις; μι λέει η γυναίκα μ’. Καμιά προυκουπή; Πέντι-πέντι τς πραχαλνάς τς ζ΄ματσ’τοί! Γι’ αυτά κι γι’ αυτά πήρα κι ιγώ ‘ν απόφασ΄.
Έσκαψιν ου νοικουκύρς, λιέει του έργου, του πάτουμα που ήταν χώμα, για να του φκιάσ΄ μι σανίδια κι βρήκαν οι αργάτδις ένα ρουμαϊκό λουτρό, πλακών’ν όλ΄ οι ανιφθυνουϋπεύθυν΄ κι αραδούσαν να βρούν τί τα φκιάσν μι του λουτρό κι ου κιρός πιρνούσιν κι ου φουκαράς ου νοικουκύρς τραβούσιν τα μαλλιά τ’ μι του κακό π’ τουν βρήκιν κι δέ μπουρούσιν να φκιάσ΄ του πάτουμα, να πααίν΄ να κάτσ΄ στου σπίτι τ’.