Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοζανίτικα Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοζανίτικα Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28 Νοεμβρίου 2016

Πέντε κοζανίτικα κείμενα του Λάζου Κουζιάκη


Στην ανάρτηση αυτή παρουσιάζεται η τελευταία επεξεργασία πέντε κειμένων του Λάζου Κουζιάκη:

[1] Σκΐρκα, [2] Ου θέρους, [3] Ου τρύγους, [4] Τα καζάνια & [5] Ου Βαγγέλτς ου σαλπιγκτής.

Τα κείμενα είναι γραμμένα στο ιδίωμα της πόλης της Κοζάνης και πρωτοδημοσιεύτηκαν στο βιβλίο του συγγραφέα το 2008, ενώ την επεξεργασία-τους επιμελήθηκε για το Κοζανιτολόγιο ο διαχειριστής.

21 Νοεμβρίου 2016

Τρία κοζανίτικα κείμενα του Γιάννη Βανίδη


Στις 13 Φεβρουαρίου 2015 δημοσιεύτηκαν στο Κοζανιτολόγιο τρία επεξεργασμένα κείμενα του Γιάννη Βανίδη:

[1] Η γκουρτσιά, [2] Αγγλογερμανικά & [3] Η αρμιά.

Τα κείμενα είναι γραμμένα στο ιδίωμα της πόλης της Κοζάνης και την επεξεργασία τους επιμελήθηκε για το Κοζανιτολόγιο ο διαχειριστής, Χριστόδουλος Χριστοδούλου.

Δέκα κοζανίτικα κείμενα του Δημήτρη Βούρκα

22 Οκτωβρίου 2016

«Τί εστί γάμος», του Νάση Αλευρά

Ιέκατσαν ουόλ΄ στα θρανία κι στρώθκαν για του γράψιμου. Κι για να τς δουκιμάσν οι τρανοί, άν ιέκαμναν για του ληξιαρχείου, τς ιέβαλαν να γράψν ιένα ψίχα δύσκουλου ρώτ΄μα: Τί ιστί γάμους;





«Δλιά απ' βγάν΄ δικάρις παίνισέ μι», του Νάση Αλευρά


- Δέν τα κάμνου χάζ΄ ιγώ τα «Ζήτου!» κι τα «Μπράβου!». Ιγώ χαλέβου να γλέπου καμιά προυκουπή κι τότις να σι πινέσου. Μι σιουρδίτ΄κα χουριό δέ γιένιτι, ούδι χαΐρ΄ κι προυκουπή γλέπς...

- Άκσι, να σι πώ: άμα δέν ήταν κι οι σιούρδ΄, δέν τα φαίνουνταν οι γνουσ΄κοί...

- Τώρα ουμίλ΄τσις καλά κι μακάρ΄ να σι δώσ΄ φώτισ΄ ου θός, να βάλτς κι’ ισύ μπυαλό. Αμήν!

«Ου Βαγγέλτς ου σαλπιγκτής», του Λάζου Κουζιάκη

Είιδιν κι απούιδιν απ’ δέ γένουνταν τίπουτα, σ΄κώθκιν κι πάει σν αξαδέρφη τς, ‘ν Τσιάτσια. Ξακουσμέν΄ προυξιν.τού: είχιν αρραβουνιάσ΄ κι παντρέψ΄ τη μσή τ’ Σκΐρκα.
Τάπαν τί είχαν να πούν κι απτικείν΄ ‘ν ώρα ανάλαβιν η Τσιάτσια να αρραβουνιάσ΄ του Βαγγέλ΄, ή μι του καλό, ή μι του ζόρ΄. Καταφιρτζού ήταν: έφκιασιν τόσις κι τόσις προυξινιές. Στουν αμψιό τς χανα σκουντάψ΄;

«Ελγίνεια αχαμνά», του Ζ. Πιτένη


Σκατά έχτι κισείς στο Αγγλία! Δυό αχαμνά είχιν ου Κουλουκουτρών.τς κι τάχουμι ιδώ! Ισείς πού στουν κόρακα τα βρήκιτι στο Αγγλία;; Ικτός άν ου μακαρίτς είχιν... τέσσιρα αχαμνά κι σας άφκιν κισάς στο Αγγλία τ’ άλλα τα δυό!



22 Ιουλίου 2016

«Ου τρύγους», του Λάζου Κουζιάκη


Ήρθιν ου Αύγουστους, σώθκαν κι τ’ αλώνια, ιέμασιν ου κόσμους τα γιννήματα κι άμα τσάκσιν λίγου η ζέστα, χίρσαν στ’ αμπέλια να παρδαλίζν τα σταφύλια.

Οι ντραγαταίοι ταίριασαν τς καλύβις κι τς φλάχτρις στα ψηλότιρα τα δέντρα, να μπουρούν να γλέπν όσου μακρύτιρα γένιτι. Ανάρια τα κούτσουρα μ΄ ασπρούσ΄κις μέσ’ στ’ αμπέλια, να μην τα σ΄μαδέβ΄ εύκουλα ου κλέφτς....................


03 Ιουλίου 2016

«Ιγώ ποιός είμι;», της Άννας Ρεπανά

Ου Νάννους κι ου Κουκόλτς ήταν γειτόν΄ κι φίλ΄ καλοί. Αμα ήταν ψίχα μιρακλήδις σην κούπα κι στου ξινύχτ΄: πάσα βραδά τς μκρές τς ώρις γυρνούσαν στα σπίτια τς κι όλου μιτζμέν΄!

Μι τς φουνές κι τα τραγούδια τς ξισιούκουναν του μαχαλά, ανταριάζουνταν οι νοικουκυραίοι, ξυπνούσαν οι μπάμπις κι οι πάππ΄, λαχταρνούσαν τα μκρά κι χιρνούσαν να κλαίν.

«Ου θέρους», του Λάζου Κουζιάκη


Βαρύς ου χειμώνας στουν τόπου μας κι μακρύς: κρύου πουλύ κι χιόν΄, φτώχια κι προυκουπή ντίπ! Όλα λειψά κι δύσκουλα κι’ ου κόσμους μαζουμένους μέσα: καρτιρούσαν πότι τα γιλάσ΄ ου Μάρτς, ν’ απλώσ΄ του κουρμί-τ’ ου πάσα ένας, ν’ ανοίξν οι δλιές, να φάει ψίχα ζιστό ψουμί.

Χαραή-χαραή, έβγιναν οι άντρ΄ στου προυσήλιου κι συζητούσαν ότ΄ γένουνταν κι δέ γένουνταν. Ανάφιρναν του ένα, ήλιγαν τ’ άλλου κι στουν πάτου σταματούσαν όλ΄ στουν καλό τουν λόγου: Πότι ταρθεί ου κιρός να κινήσουμι για τουν κάμπου τς Λάρσας, να πάμι στουν θέρου;

02 Ιουλίου 2016

«Τα καζάνια», του Λάζου Κουζιάκη

Σώθκιν ου τρύγους, ιέβαλαν οι νοικουκυραίοι τα κρασιά στα βαένια μέσα στα μπουντρούμια, χίρσαν να βράζν κι να μουσκουβουλάει του κάθι σπίτ΄ κι όλους ου μαχαλάς. 

Για να σουθεί καλά η χρουνιά, μιά δλιά είνι ακόμα να φκιάσ΄ ου κάθι νοικουκύρς. Πότι είκουσ΄, πότι τριάντα μέρις, βράζν τα κρασιά κι τα τσίπουρα κι άμα σταματήσν, τα σκιπάζν καλά κι κουντά τ’ Αη Φίλ΄ππα (τότι απ’ βάνν οι νοικουκυρές ‘ν αρμιά για τα γιαπράκια) ανοίγν τα καζάνια κι κρατούν ώς τα Χρστούιννα...

17 Μαρτίου 2016

«Η ιξουστρέφεια», του Δημήτρη Βούρκα


Όταν πάινα στου σκουλειό, σάματ΄ μ΄ άφηνις να διαβάζου στου σπίτ΄! Όλου στ’ Βαν.τσιόστρατα κι στ’ Γκουμπλιτσιόστρατα μι πάινις για γλύκα. Θυμάσι ικείν΄ τηλ΄μέρα π’ τσάκουσιν μιά τρανή βρουχή κι γίνγκα μπλιόντα κι οι λάσπις έφταναν ώς τα φτιά μ’ κι δέν ήταν λάσπις αυτές, ήταν άσπρους πηλός κι ακουλνούσιν ου άτιμους... Τί να σι πώ! Τότι ήταν πόφαγα κι του μπιρντάχ΄ κι του θυμούμι ακόμα!


22 Ιανουαρίου 2016

Η παλιά η Βιβλιουθήκ΄ τς Κόζιαν'τς

Αδουκιέστι, ρα, ντίπ ‘ν παλιά τ’ Βιβλιουθήκ΄ πούταν παπχάτ’ ‘π του Δημαρχείου;

Τιλιφταία ‘ν έβαλαν σι όρουφουν (στα παλιά τα χασαπλιά), μα μακρά.

Ιά, ήταν κι είντην λέου παπχάτ’ κι μακρά μιά ζουή. Κι αν δέν βρίσκουνταν καμόσ΄ Ντιλιαλήδις κι Σαμπανόπουλ΄, τα τς είχιν καμαρώσ΄ τς μασκαρέτις απου νουρίς.

«Η αρμιά», του Γιάννη Βανίδη


Του χαμπάρ΄ έπισιν σά ντουβουρλίνγκα στου τζιαντέ: δέν τανάχουμι αρμιά!

- Γιατί, ρα;

- Ιά, δέν έβαλαν πουλλά γκαρμπουλάχανα οι Βαν’τσιώτ΄δις, δέ βάν’ν αρμιά στς πουλυκατοικίις, γιατι βρουμάει.

Του ρακουκάζανου

Η Σκΐρκα έχ΄ πουλλά καζάνια: κάθι πέντι μι δέκα σπίτια είνι κι απου ένα· λίγου μακρύτιρα απ’ του κάθι σπίτ΄ -πότι σι κάνα υπόστιγου στουν μπαχτσέ, πότι σι καμιά παλιά αχιρώνα (χουρίς πράγματα άλλα μέσα)- είνι στημένα κι καρτιρούν κάθι χρόνου οι νοικουκυραίοι ναρθούν οι μέρις για να τ’ ανάψν.



24 Οκτωβρίου 2015

Ένα σκαρκιώτ΄κου μπακάλ΄κου


Δίπλα απ’ του σπίτ΄ τ’ Βαγγέλ΄ ήταν του μπακάλ΄κου τ’ Αργύρ΄, λίγου παραπάν’ του μπακάλ΄κου τ’ Θόδουρ’ κι απτικεί κι σιαπάν’ χιρνούσιν η Σκΐρκα μι τα στινά τα σουκάκια κι τα γκαλντιρίμια.

28 Μαΐου 2015

«Μπαλίτ΄κα κι σιουρδίτ΄κα (Ι)», του Δημήτρη Βούρκα


Ιπρουψές βρίσκου τουν Καλιάκου (είχα πουλύν κιρό να τουν ιδώ). Ου Καλιάκους είνι κι ψίχα σόι μ’· είχιν σαργκί μι ζαρζαβάτια στου Μισκιάθκου (στου παζάρ΄, απούταν σκιπασμένου μι τζίγκ΄ κι αρά κι πού είχιν για χουρίσματα μακαβάδις). έπιζιν κι ψίχα μπάλα (σν Ιλπίδα) αντάμα μι τουν Λάζου τουν Καλώτα (προυτού ου Λάζους πααίν΄ στουν Μακιδουνικό).

«Μπαλίτ΄κα κι σιουρδίτ΄κα (ΙΙ)», του Δημήτρη Βούρκα

Δέν πρόφτασα να δρασκιλήσου του σκαλουπάτ΄ απου ‘ν καφιτέρια (δέ γίνγκα μουκαέτς να ρουτήσου πώς τ’ λέν στα ιλληνικά), κι μι γραπατσών΄ απ’ του μανίκ΄ ου Χαρσούλτς τς Τσικότινας:



«Μπαλίτ΄κα κι σιουρδίτ΄κα (ΙΙΙ)», του Δημήτρη Βούρκα


Δέν πρόφτασα να σιβώ σήμιρα του μισ΄μέρ΄ στου σπίτ΄ κι νά του τηλέφουνου («ντρίιιιιν»). Του σ΄κώνου κι απ’ ‘ν άλλ΄ τ’ μιρά ου Καλιάκους:


- Πού είσι, ρα; Έφαγα όλ΄ ‘ν Κόζιαν΄ να σι βρώ!