14 Σεπτεμβρίου 2016

Η δήλωση του τόνου στο Κοζανιτολόγιο


Η οξεία στο Κοζανιτολόγιο χρησιμοποιείται μετά απο σύμφωνα για να δηλώσει την ουρανικότητα, όμως η πιό σημαντική της λειτουργία αφορά τα φωνήεντα και κατα την επιμέλεια των διαλεκτικών κειμένων το Κοζανιτολόγιο ανέκυψε ένα σοβαρό ορθογραφικό ζήτημα: η προβληματική δήλωση του (λεξικού) τόνου στην Κοινή Νεοελληνική (ΚΝΕ).

Όπως θα δούμε και παρακάτω, όχι μόνο η οξεία δέ χρησιμοποιείται με συνέπεια για τη δήλωση του τόνου στην ΚΝΕ, αλλά σε συνθήκες βόρειου φωνηεντισμού οι δηλωτικές ανάγκες είναι ακόμα μεγαλύτερες, καθώς απο τον τόνο εξαρτάται επιπλέον και η ποιότητα των περισσότερων φωνηέντων:

Στα βόρεια ιδιώματα πολλοί απο τους υπερμονοσύλλαβους τύπους της ΚΝΕ προφέρονται ώς μονοσύλλαβοι κι έτσι τίθεται το ζήτημα άν οι τύποι αυτοί πρέπει να παίρνουν οξεία: π.χ. <πλί> ή <πλι> ''πουλί'', <ζμί> ή <ζμι> ''ζουμί'', <κτί> ή <κτι> ''κουτί'', <σ΄κλί> ή <σ΄κλι> ''σκυλί'', <δλειά> ή <δλεια> ''δουλειά'', <γρούν΄> ή <γρουν΄> ''γουρούνι'', <τσκάλ΄> ή <τσκαλ΄> ''τσουκάλι'';

Περισσότερα και ουσιαστικότερα προβλήματα δημιουργούνται με τις μονοσύλλαβες λέξεις (που κατα το επίσημο μονοτονικό (στο εξής: ΕΜ) δέν τονίζονται): κατ' αρχάς ξενίζει τον αναγνώστη η απουσία της οξείας απο τονισμένες μονοσύλλαβες (όπως το δέν), που εξωμοιώνονται με άτονες μονοσύλλαβες χωρίς στένωση (όπως το πως), με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να περάσει απαρατήρητο το γεγονός οτι οι άτονες χωρίς στένωση στην πραγματικότητα είναι ΞΕΝΕΣ σε βόρεια ιδιώματα όπως τα κοζανίτικα.

Ώς προς τις δισύλλαβες λέξεις, μπορούμε να παρατηρήσουμε οτι η καθιερωμένη χρήση της οξείας μπορεί να προκαλέσει τεχνητή σύγχυση στον γραπτό λόγο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα απο την ΚΝΕ και τα κοζανίτικα είναι ο άτονος αιτιολογικός σύνδεσμος γιατι σε σχέση με το τονισμένο ερωτηματικό μόριο γιατί, που το ΕΜ τα θέλει ομόγραφα, με αποτέλεσμα σε κάποιες περιπτώσεις (όπου δέ βοηθάνε τα συμφραζόμενα) να δυσκολευόμαστε να αποφασίσουμε άν ένα <γιατί> είναι στην πραγματικότητα τονισμένο ή άτονο: π.χ. Δέ μπορούσε να καταλάβει, γιατί/γιατι δέν την έπαιρνε τηλέφωνο...

Μπορούμε συνεπώς να συνοψίσουμε οτι η οξεία με την καθιερωμένη της χρήση όχι μόνο παρεμποδίζει την ανάγνωση, αλλα μπορεί να αποδειχτεί και παράγοντας αποπροσανατολισμού της γλωσσολογικής έρευνας.

Στα προβλήματα που προκαλεί η χρηστικά και παιδαγωγικά απαράδεκτη χρήση του πολυτονικού για τη νέα ελληνική επιχειρήθηκε να δοθεί ένα τέλος το 1982, όταν θεσμοθετήθηκε το ΕΜ, όμως η λύση αυτή δέ διέπεται απο τη αμφιμονοσημαντότητα, που θα εξασφάλιζε τη συνέπεια στη χρήση της οξείας, και συνεπώς δέν είναι η ενδεδειγμένη· έτσι, η συζήτηση συνεχίζεται μέχρι σήμερα, καθώς τα προβλήματα που προκαλεί ο μηχανιστικός χαρακτήρας του ΕΜ συνεχίζουν να ταλανίζουν τον γραφέα και τον αναγνώστη της νέας ελληνικής.

Σά βασικά έργα αναφοράς χρησιμοποιήθηκαν οι μονογραφίες του Πετρούνια [πρώτη εικόνακαι του Παπαναστασίου [δεύτερη εικόνα]:

  • Ευάγγελος Β. Πετρούνιας, Νεοελληνική γραμματική και συγκριτική («αντιπαραθετική») ανάλυση, τόμος Α΄: φωνητική και εισαγωγή στη φωνολογία, μέρος Α΄: Θεωρία, Θεσσαλονίκη 20022.
  • Γιώργος Παπαναστασίου, Νεοελληνική ορθογραφία: ιστορία, θεωρία, εφαρμογή, Θεσσαλονίκη 2008.



Οι παραπάνω ερευνητές παρουσιάζουν το πρόβλημα της δήλωσης του τόνου χρησιμοποιώντας την επιστημονική κατάρτιση και την προσωπική τόλμη σε ένα περιβάλλον οπου οι προτάσεις εκσυγχρονισμού της γραφής της νέας ελληνικής πρέπει να αντιμετωπίζουν, εκτός των άλλων, και λυσσαλέες επιθέσεις απο φανατικούς ημιμαθείς.

Ο τόνος και η οξεία δέν έχουν μιά σταθερή αντιστοιχία στη συνείδηση των ομιλητών, όπως διαπιστώνει κανείς σε περισσότερο καθημερινά και ανεπίσημα περιβάλλοντα γραφής, όπως στα σχόλια στο ίντερνετ:

  1. κάποιοι προτιμούν να μή σημειώνουν τον τόνο (δηλ. εφαρμόζουν ατονικό σύστημα),
  2. άλλοι τον σημειώνουν σε μονοσύλλαβα μορφήματα, παρά την απαγόρευση απο το ισχύον μονοτονικό (<τίποιόςπιόπρίνδένάν> κλπ.),
  3. πολλοί άλλοτε τον σημειώνουν κι άλλοτε δέν τον σημειώνουν, ενώ
  4. πιό προσεκτικοί χρήστες φροντίζουν να ακολουθούν τους κανόνες του ΕΜ.
Ακόμα όμως και το ΕΜ είναι προβληματικό ώς προς τη σχέση τόνου και οξείας, καθώς:
  • δέ σημειώνεται οξεία σε [μονοσύλλαβες] τονισμένες λέξεις (π.χ. <δω, πω, βρω, πιω, τι, ποιος> κλπ.),

  • σημειώνεται οξεία σε [υπερμονοσύλλαβες] άτονες λέξεις (<από, κατά(σύνδεσμοιγιατί & ότι> κλπ.) με αποτέλεσμα να ισοπεδώνονται γραφηματικά τονικές διαφοροποιήσεις, που σε άλλες περιπτώσεις θεωρείται απαραίτητο να δηλώνονται, παρά το επιχείρημα οτι είναι (δήθεν) περιττή η δήλωση του τόνου στα μονοσύλλαβα (π.χ. πωςπώς, πουπού & ηή).

Όπως επισημαίνει εμφατικά ο Πετρούνιας (σελ. 505-6, 545, 548, 550-1), το πιό παράλογο παράδειγμα δήλωσης του τόνου εντοπίζεται στην αντωνυμία ότι,τι>, που διακρίνεται απο τον σύνδεσμο οτι <ότι> χάρη σε ένα κόμμα («υποδιαστολή»), που έρχεται να άρει την ομογραφία και χρησιμοποιείται μόνο σε αυτή την περίπτωση (πρβλ. π.χ. τα αόριστα αναφορικά <οτιδήποτε, όποιος, όπου>, αντί για <ο,τιδήποτε, ό,ποιος, ό,που>).

Έτσι, ακόμα και όσοι ακολουθούν τους κανόνες του ΕΜ δέν εφαρμόζουν μιά σταθερή αντιστοιχία τόνου και οξείας.

Η σύγχυση επιτείνεται άν αναλογιστούμε οτι κάποιοι χρησιμοποιούν την οξεία, για να ξεχωρίσουν ομόγραφα, όπως προκλιτικά απο εγκλιτικά (μάς έδωσε ≠ δώσε μας) και άρθρα απο αντωνυμίες (Πετρούνιας: σελ. 548).

Όπως συνοψίζει ο Πετρούνιας: ...το τονικό σημάδι άλλοτε δηλώνει συλλαβή τονισμένη, άλλοτε δηλώνει συλλαβή άτονη. Αντίστροφα, η έλλειψη τονικού σημαδιού άλλοτε δηλώνει συλλαβή άτονη, άλλοτε δηλώνει συλλαβή τονισμένη. Συχνά γίνεται μετρητής συλλαβών, και άλλοτε χρησιμεύει για τη δήλωση συνταχτικής λειτουργίας. [...] Ακόμη παρουσιάζει σάν όμοιες λέξεις διαφορετικές, ενώ αντίστροφα παρουσιάζει σά διαφορετικές λέξεις παράλληλους τύπους της ίδιας λέξης (σελ. 551).

Στον μηχανιστικό χαρακτήρα του ΕΜ μπορούμε να αποδώσουμε τόσο τη δυσκολία εφαρμογής του, όσο και τις παράλογες παραβιάσεις των κανόνων του...δέν είναι παράξενο που παραβιάζονται οι ορθογραφικοί-του κανόνες. Οι παράλογες παραβιάσεις εξηγούνται απ’ το γεγονός οτι στη συνείδηση των ομιλητών δημιουργήθηκε η πεποίθηση, πως έτσι κι αλλιώς το ορθογραφικό αυτό σύστημα είναι μηχανιστικό, κι επομένως δέν έχει και τόση σημασία τί θα γραφτεί -αρκεί να μήν υπάρχει ο κίνδυνος ελέγχου (Πετρούνιας: σελ. 551).

Στο κίνδυνο ελέγχου μπορούμε να αποδώσουμε την προτίμηση κάποιων για το ατονικό: επειδή βρίσκουν ασύμφορο/ανούσιο το να αφιερώνουν χρόνο στην προσπάθεια εφαρμογής των μηχανιστικών κανόνων του ΕΜ, με το ατονικό αφαιρούν απο τρίτους τη δυνατότητα ελέγχου, αποφεύγοντας έτσι την κριτική ώς προς τη «σωστή» χρήση της οξείας (αυτό είναι ένα απο τα πλεονεκτήματα και των γκρίκλις, ενώ για τον ίδιο λόγο κάποιοι προτιμούν να γράφουν μόνο με κεφαλαία).

Έτσι, η εμπέδωση μιάς συστηματικής χρήσης της οξείας απο τους γραφείς της ελληνικής περνάει μέσα απο μιά αναθεώρηση των χρήσεών της, δηλ. μέσα απο μιά αναθεώρηση του ΕΜ.

Όπως τονίζει ο Πετρούνιας, «το σύμβολο πρέπει να καλύπτει ότι έχει σχέση με το σκοπό-του, και αντίστροφα να μή δηλώνεται τίποτε έξω από αυτόν· αλλιώς μειώνεται η δηλωτική-του αξία, και τελικά η χρήση του γίνεται παραπλανητική» (σελ. 541) και γι' αυτό, μετά απο μιά εξαντλητική παρουσίαση των προβλημάτων που παρουσιάζουν τα διάφορα συστήματα τονισμού που εφαρμόστηκαν στη νέα ελληνική, καταλήγει προτείνοντας τη δήλωση μόνο του λεξικού τόνου (σελ. 540-55):

Εφόσον ο τόνος είναι πραγματικό στοιχείο της γλώσσας, και μάλιστα με διακριτική λειτουργία, η γραφή έχει την υποχρέωση να τον αποδώσει, και να τον αποδώσει σωστά· δηλαδή χωρίς να διαστρεβλώνει τα γλωσσικά δεδομένα. Εφόσον μας ενδιαφέρει η διακριτική λειτουργία του τόνου, και τέτοια έχει μόνον ο λεξικός μαζί με τις τυχόν προεκτάσεις-του, είναι ανάγκη να σημειώνεται ο λεξικός τόνος. Σύμφωνα με την αρχή του αμφιμονοσήμαντου, πρέπει να σημειώνεται μόνον ο λεξικός τόνος και τίποτε άλλο. Δηλαδή το τονικό σημάδι πρέπει να δηλώνει μόνο λεξικό τόνο, και να μή χρησιμοποιείται για κανέναν άλλο σκοπό: ούτε για να δηλώσει τόνο επιτονισμού, ούτε για να δηλώσει συνταχτικό τόνο, ούτε για να διακρίνει εγκλιτικά απο προκλιτικά.

Όπως παρατηρεί ο Παπαναστασίου, «η ριζική αλλαγή του μονοτονικού συστήματος προς την κατεύθυνση που αναφέρθηκε [δηλ. την αμφιμονοσήμαντη σχέση τόνου και οξείας] θα έλυνε και ένα ακόμα πρόβλημα, την απόδοση τονικών φαινομένων των νεοελληνικών ιδιωμάτων [...]», ενώ «θα έδινε, επίσης, τη δυνατότητα σημείωσης του πραγματικού τόνου στις -ακόμα περισσότερες σε σύγκριση με την κοινή- μονοσύλλαβες λέξεις των βόρειων ιδιωμάτων, π.χ. δλειά, κτί, σκλί κτλ.» (2008: 457-8).

Έτσι, ακολουθώντας την πρόταση του Πετρούνια, του Σετάτου (Φιλόλογος 123, 2006) και του Παπαναστασίου, στα διαλεκτικά κείμενα του Κοζανιτολογίου, αλλα και γενικότερα στο Κοζανιτολόγιο εφαρμόζεται το αναθεωρημένο μονοτονικό, δηλ. ο τόνος δηλώνεται μόνο με την οξεία και αντίστροφα η οξεία χρησιμοποιείται μόνο για να δηλωθεί ο τόνος.

Εδώ μπορούμε να επισημάνουμε οτι το μοναδικό λεξικό που μπορεί κάποιος να συμβουλευτεί για τον λεξικό τόνο της ΚΝΕ είναι το Λεξικό της κοινής νεοελληνικής [ΛΚΝ] του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), που εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1999, παρόλα τα λάθη σε λήμματα όπως για τα γιατι & υπο (λάθη που επίσης μπορούμε να τα αποδώσουμε στην παραπλανητική χρήση της οξείας απο το ισχύον μονοτονικό).